δεξιώνυμος

δεξι-ώνῠμος, ον, prop.
A right or lucky in name; but simply, = δεξιός, χερσὶ δεξιωνύμοις A.Supp.607.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεξιώνυμος — δεξιώνυμος, ον (Α) 1. όποιος έχει αίσιο, ευοίωνο όνομα 2. ο δεξιός («χερσὶ δεξιωνύμοις», Αισχ.) [ΕΤΥΜΟΛ. < δεξιός + ώνυμος < όνυμα, αιολ. και δωρ. τ. τού όνομα (πρβλ. ανώνυμος, ετερώνυμος, παντώνυμος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • δεξιωνύμοις — δεξιώνυμος right masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιός — ά, ό και δεξύς, ιά, ύ (ή δεξής, ιά, ί) και δεξός, ά, ό (AM δεξιός, ά, όν) Ι. 1. (για τα μέλη τού σώματος) αυτός που βρίσκεται στο μισό μέρος όπως χωρίζεται με μια νοητή κάθετη γραμμή από το αριστερό μέρος (στο οποίο ακούγονται οι παλμοί τής… …   Dictionary of Greek

  • όνομα — Μέρος του λόγου που διακρίνεται κατά το γένος, τον αριθμό και –στις κλιτές γλώσσες– την πτώση. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί προσπάθησαν να δώσουν έναν ορισμό του o., στην προσπάθεια τους να κατατάξουν, με βάση ορισμένα λογικά κριτήρια,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.